12/01/2007

@ Εισαγωγή....

Το Asterisk όπως πολλά σπουδαία πράγματα προέκυψε από μία ανάγκη: την έλλειψη ευέλικτων και φτηνών τηλεπικοινωνιακών συστημάτων στην αγορά.


Ο Marc Spencer, όταν επιχείρησε να δημιουργήσει ένα τηλεφωνικό κέντρο για την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών υποστήριξης σε Linux συνάντησε το οικονομικό εμπόδιο που θέτουν όλα τα εμπορικά τηλεφωνικά κέντρα. Οι ανάγκες του Spencer απαιτούσαν 24ωρη λειτουργία κατά την οποία ο πελάτης θα έπαιρνε τηλέφωνο στην εταιρία, ένα ηχογραφημένο μήνυμα θα τον προέτρεπε να δώσει τον κωδικό πελάτη μέσω του πληκτρολογίου της τηλεφωνικής του συσκευής και στη συνέχεια να έλεγε το πρόβλημα του. Το τηλεφωνικό κέντρο θα ηχογραφούσε το πρόβλημα του πελάτη και θα το προωθούσε σε κάποιον τεχνικό, ο οποίος θα έβλεπε τον κωδικό, θα άκουγε το πρόβλημα και θα επικοινωνούσε με τον πελάτη για να του λύσει την απορία. Ο Spencer θεώρησε πως όλα τα υπάρχοντα εμπορικά τηλεφωνικά συστήματα που θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες του ήταν πάρα πολύ ακριβά ή δεν προσέφεραν ακριβώς αυτό που ήθελε. Έτσι προέκυψε η ιδέα του Asterisk. Θα δημιουργούσε ένα πρόγραμμα το οποίο με τη χρήση του κατάλληλου υλικού θα δεχόταν τις εισερχόμενες κλήσεις και θα τις επεξεργαζόταν ανάλογα με τις ανάγκες του.

Όμως ακόμα και έτσι, το υλικό που θα μπορούσε να του παρέχει σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο ήταν εξοπλισμένο με ακριβούς και εξειδικευμένους DSP μικροεπεξεργαστές[1]. Η απαραίτητη ώθηση για την εξέλιξη του Asterisk ήρθε από το Zapata Telephony Project του Jim Dixon. Ο Dixon πίστευε πως λόγω της εκθετικής ανάπτυξης της υπολογιστικής ισχύος των επεξεργαστών και σε συνδυασμό με την πτώση των τιμών τους, θα μπορούσαν να κατασκευαστούν οικονομικές διεπαφές (PCI κάρτες) χωρίς τα ακριβά DSP κυκλώματα, αφήνοντας έτσι την κωδικό-αποκωδικοποίηση εξ’ ολοκλήρου στον επεξεργαστή. Παρόλο που το φορτίο επεξεργασίας που θα έπεφτε στον επεξεργαστή θα ήταν τεράστιο, ο Dixon ήξερε ότι η αναλογία τιμής/απόδοσης θα έγερνε συνεχώς προς όφελος του.

Από το συγκερασμό των παραπάνω καινοτόμων ιδεών, προέκυψε η Digium, μία τηλεφωνική εταιρία η οποία θα βασιζόταν στις κάρτες Zaptel (του Zapata Telephony Project) και το Asterisk για να παρέχει τηλεφωνικές λύσεις ανοιχτού κώδικα.



[1] Ένας DSP μικροεπεξεργαστής είναι μονάδα υλικού με αρχιτεκτονική και σύνολο εντολών ειδικά κατασκευασμένο για εφαρμογή στην επεξεργασία ψηφιακών σημάτων (digital signal processing, DSP). Τα σύγχρονα DSP κυκλώματα, για παράδειγμα, η σειρά TMS320C645x, είναι ικανά να ενσωματώσουν εντολές για το modem, τη διόρθωση σφαλμάτων, την ισοστάθμιση καναλιού και την κωδικοποίηση φωνής για ψηφιακά κυψελωτά τηλέφωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: